François-René de Chateaubriand


    Ο ΣΑΤΩΒΡΙΑΝΔΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΑΔΑ

            «Γέννημα θρέμα της Πίνδου και σταυροφόρος στα Σόλυμα (όρος της Μικράς Ασίας), ανυπομονούσα να αναμείξω τα συναισθήματα εγκατάλειψης με τα ερείπια των Αθηνών, τα δάκρυά μου μ’εκείνα της Μαγδαληνής» Απομνημονεύματα πέραν του τάφου, XVIII, 1.

    Ο Σατωβριάνδος, προσκυνητής, ανθρωπιστής και σταυροφόρος του Χριστιανισμού, αποβιβάζεται στην Ελλάδα την 10η Αυγούστου του 1806, πρώτο σταθμό της περιοδείας του στη Μεσόγειο. Κατά την διαμονή του επεσκέφθη την Πελοπόννησο και την Αθήνα σε διάστημα ολίγων ημερών, πάντα πιεσμένος, πάντα ορμώμενος από την δυνατή ανάγκη του να βρίσκεται κάπου αλλού. Την 29η Αυγούστου αποχωρεί για την Κωνσταντινούπολη.

            Ονειρεύετο το συγκεκριμένο ταξίδι από το 1803. Το επιχειρεί προκειμένου να «αναζητήσει εικόνες, αυτή είναι η αιτία» . για την προετοιμασία άλλωστε της συγγραφής του νέου του μεγάλου έργου Οι Μάρτυρες (1809), έχει ανάγκη από το «αυθεντικό χρώμα» των τοπίων και των άμεσων συγκινήσεων. Σε τούτο το πεζογράφημα της χριστιανικής εποποιίας, οι δύο ήρωες, ο Eudore, τελευταίος απόγονος των Ελλήνων, ήρωας της ελευθερίας, και η Cymodocée, τελευταία ραψωδός ομηρικών ποιημάτων, θα πρέπει να συμβολίζουν τη συνεύρεση του ελληνικού και του ρωμαϊκού πολιτισμού, του χριστιανισμού και της ειδωλολατρίας, όλως διευρύνοντας τον ορίζοντα προς τον επερχόμενο δυτικό κόσμο. Ο Σατωβριάνδος αντιλαμβάνεται τούτο το έργο, το οποίο έτυχε δυσμενούς κριτικής, ως συμμετρικό του αισθητικού και φιλοσοφικού δόγματος, το οποίο υπερασπίζεται στο έργο του Το Πνεύμα του Χριστιανισμού (1802).

            Ο περίπλους του, όπως εκείνος αποτυπώνεται στο Οδοιπορικόν από Παρισίων εις Ιερουσαλήμ (1811), αποτελεί μεν μια θαυμάσια περιγραφή του ρομαντικού του ταξειδιού, όπου εξιστορεί, συχνά με εύθυμο τρόπο, το σύνολο των περιπετειών και των συναντήσεών του . εκ παραλλήλου δέ, λειτουργεί ως πυρήνας διανόησης με το πάθος της αρχαιολογίας: επιθυμεί να παρουσιασθεί ως γεωγράφος και ως ιστορικός. Σε αντίστιξη των «όσων είδε», αναφέρεται εκτενώς στις πηγές του και επεκτείνει την ιστορική του ανάπτυξη.

    Δύο επεισόδια έμειναν δικαίως φημισμένα.

    Ο Σατωβριάνδος αναζητά την Σπάρτη. Έπειτα από μια σειρά κωμικών παρεξηγήσεων με τον οδηγό του, αναγνωρίζει αίφνης στο αγροτικό τοπίο που τον περιβάλλει, το αρχαίο σχέδιο της πόλης: «Παντού ερείπια, κι’ούτ’ένας άνθρωπος μεταξύ των! Έμεινα ακίνητος, κατάπληκτος, να βυθίζομαι στην ενατένιση της σκηνής αυτής. Ένα συνάισθημα ανάμικτου θαυμασμού και πόνου σταματούσε τα βήματα και τη σκέψη μου. τριγύρω μου βαθειά σιωπή: θέλησα τουλάχιστον να προσδώσω φωνή στην ηχώ, σε τόπους, που η ανθρώπινη φωνή πλέον δεν εισακούεται. Φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου: Λεωνίδα! Κανένα από τα ερείπια δεν επανέλαβε τούτο το σπουδαίο όνομα. Ακόμη και η Σπάρτη, φάνηκε να το έχει λησμονήσει.»

    Ο άνθρωπος του «πέραν του τάφου» ξαναβρίσκει την πνευματική του πατρίδα στα ερείπια, μόνη απαθανάτιση, με τα ονόματα και τον απόηχό τους, της ιστορικής συνέχειας και της ανθρώπινης διάρκειας.

    Στον αντίποδα, συγκρατούμε την καταπληκτική περιγραφή των Αθηνών, το πρωί της αναχώρησής του: «Από την Ακρόπολη, αντίκρυσα τον ήλιο ν’ανατέλλει ανάμεσα στις δυο κορυφές του όρους Υμηττού: οι κουρούνες που φώλιαζαν γύρω από την Ακρόπολη, χωρίς όμως ποτέ να υπερβούν την κορυφή της, επλανώντο κάτω από το σημείο που ευρισκόμεθα . οι μαύρες, γυαλιστερές φτερούγες τους είχαν πάρει να γυαλίζουν από τις πρώτες ροζ αχτίδες της ημέρας . στύλοι μπλε ανάλαφρου καπνού υψώνονταν μες στη σκιά [...] . η Αθήνα, η Ακρόπολη και τα ερείπια του Παρθενώνος στολίζονταν με τις ωραιότερες αποχρώσεις του άνθους της ροδακινιάς.»

    Ο Σατωβριάνδος είναι προσεκτικός με τον ελληνικό λαό. η οπτική του όμως, σε τούτο το στάδιο, είναι απαισιόδοξη: του φαίνεται βυθισμένος μέσα στην αθλιότητα και στην παρακμή, συνέπεια της οθωμανικής κυριαρχίας, την οποία δεν χάνει καμία ευκαιρία να στιγματίσει. Το Οδοιπορικόν ενέχει θέση πολιτικής μαρτυρίας, συνηγορώντας στην στράτευση της Γαλλίας υπέρ των καταδυναστευομένων Ελλήνων, και γενικότερα υπέρ των χριστιανών της Ανατολής. Το έργο τελειώνει μ’έναν σφοδρό λίβελλο εναντίον του οθωμανικού δεσποτισμού.

    Χάρη στην επιτυχία του Οδοιπορικού, ο Σατωβριάνδος παρουσιάσθηκε στα μάτια της νέας γενιάς της δεκαετίας του 1820, ως ένας εκ των κυριοτέρων μυητών στον ρομαντικό φιλελληνισμό. Το 1822, ως πρεσβευτής στο Λονδίνο, εκπλήσσεται από την Επανάσταση, σημειώνει όμως στην επανέκδοση του Οδοιπορικού το 1826 (Ολοκληρωμένα Έργα, VIII), ότι το βιβλίο «διά της ροής των γεγονότων, απέκτησε το ενδιαφέρον ενός νέου είδους». Μετετράπη σε «ένα έργο γραμμένο ειδικά για την περίσταση».

    Πράγματι, «ήταν ο πρώτος που απαίτησε την χειραφέτηση της Ελλάδος» (Απομνημονεύματα πέραν του τάφου, XXX, 13). Μετά την πτώση του από την πολιτική το 1824, διευθύνει την «Ελληνική Επιτροπή» (βλ. XXVIII, 9), εκφωνεί ένα λόγο στη Βουλή των Ομοτίμων και συντάσσει ένα Υπόμνημα όσον αφορά στην Ελλάδα (1825) . «Θυσιάζομαι για την ελευθερία της Ελλάδος : μου φαίνεται πως πληρώ ένα υικό καθήκον απέναντι σε μια μητέρα.»

    Ως πρεσβευτής στη Ρώμη (1828), αποστέλει στο Παρίσι ένα σημαντικό Υπόμνημα όσον αφορά στην Ανατολή, σύνθεση της διπλωματικής του οπτικής: παροχή βοηθείας στους Έλληνες, βασιζόμενη σε μια συμμαχία με την Ρωσία.    

    Ήδη από την περίοδο του έργου του Δοκίμια όσον αφορά στις επαναστάσεις, η αρχαία Ελλάδα αποτελούσε για τον Σατωβριάνδο μια δεύτερη πατρίδα, αντικείμενο λογοτεχνικής και αισθητικής λατρείας, μια σταθερή αναφορά. Η σύγχρονη Ελλάδα, σήμαινε τόπο στράτευσης και έντονων πολιτικών στοχασμών. Αναμφίβολα για τους αναγνώστες του, θα παραμείνει κυρίως ο εκφραστής αξέχαστων, μαγευτικών τοπίων.

    «Οδηγηθήκαμε στ’ανοιχτά, και η αύρα της γης μας παρέσυρε πολύ γρήγορα στη Ζέα. Όσο απομακρυνόμεθα, τόσο οι στύλοι του Σουνίου φάνταζαν πιο όμορφοι πάνω από τα κύματα . τους διακρίναμε θαυμάσια επάνω στο κυανούν τ’ουρανού, λόγω της άκρας λευκότητός τους και της νυχτερινής νηνεμίας. Είχαμε ήδη απομακρυνθεί αρκετά από το ακρωτήριο, που η ματιά μας είχε παραμείνει καρφωμένη στον παφλασμό των κυμάτων στη βάση του βράχου, στον ψίθυρο του ανέμου μες στους κέδρους, και στο τραγούδι των γρύλων, οι μόνοι εναπομείναντες κάτοικοι των ερειπίων : τούτοι ήσαν οι τελευταίοι ήχοι που μου χάρισε η γη της Ελλάδος.»

    FH